διαφάνεια

Ιδιότητα ενός σώματος να επιτρέπει τη δίοδο ακτινοβολίας από αυτό. H έννοια της δ., η οποία αναφερόταν αρχικά στο φως, επεκτάθηκε σταδιακά στις άλλες ηλεκτρομαγνητικές και στις σωματιδιακές ακτινοβολίες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η δ., εκτός από τη σύσταση της ύλης των σωμάτων, εξαρτάται και από το πάχος τους. Το νερό, για παράδειγμα, σε στρώματα μικρού πάχους είναι απολύτως διαφανές στο φως, ενώ σε πάχος μερικών μέτρων το φως εξασθενεί. Επίσης ο χρυσός, που κανονικά είναι αδιαφανής στο φως, γίνεται διαφανής σε μορφή λεπτών φύλλων. H τέλεια δ. είναι μια ιδανική, οριακή περίπτωση. Πρακτικά, ποτέ δεν μεταδίδεται όλη η ενέργεια που προσπίπτει. Ο λόγος μεταξύ της ενέργειας που μεταδίδεται και της ενέργειας που προσπίπτει καλείται συντελεστής δ. Ο συντελεστής δ. εξαρτάται από τη σύσταση της ύλης, από το πάχος και από τη θερμοκρασία του σώματος. Γενικά, για ένα ορισμένο σώμα ο συντελεστής δ. μεταβάλλεται σε συνάρτηση με το μήκος κύματος της ακτινοβολίας που προσπίπτει. Στην επιλεκτικότητα της δ. ως προς το μήκος κύματος βασίζονται τα διάφορα οπτικά φίλτρα.
* * *
η (ΑΝ)
η ιδιότητα τού διαφανούς
νεοελλ.
η ιδιότητα κάποιων σωμάτων να επιτρέπουν τη δίοδο τού φωτός, ώστε να φαίνονται τα αντικείμενα που υπάρχουν πίσω από αυτά
2. μτφ. διαφάνεια λόγων, πράξεων
λόγοι ή πράξεις που δεν έχουν μυστικό χαρακτήρα, αλλά λέγονται ή πράττονται φανερά, υπό το φως τής δημοσιότητας
3. φυσ. στην Οπτική το πηλίκο ζ / ζο, όπου ζο είναι η ένταση τής φωτεινής δέσμης και ζ η ένταση τής φωτεινής δέσμης αφού πέρασε από τη διαφανή επιφάνεια
4. (οικον.) η καθαρότητα τής αγοράς τού ελεύθερου ανταγωνισμού, όπου κάθε πράξη είναι εμφανής και γίνεται άμεσα αντιληπτή στον καθένα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαφανείᾳ — διαφανείᾱͅ , διαφάνεια transparency fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφάνεια — transparency fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφάνεια — [диафаниа] ουσ. Θ. прозрачность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαφάνεια — η 1. η διαύγεια, η καθαρότητα. 2. (φυσ.), η ιδιότητα των σωμάτων να επιτρέπουν τη δίοδο του φωτός μέσα από αυτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαφανείας — διαφανείᾱς , διαφάνεια transparency fem acc pl διαφανείᾱς , διαφάνεια transparency fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφάνειαν — διαφάνεια transparency fem acc sg διαφά̱νειαν , διαφαίνω show through aor opt act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκόπιο — Συσκευή προβολής διαφανειών. Η διαφάνεια τοποθετείται μπροστά από μία φωτεινή πηγή, συνήθως μία λυχνία πυρακτώσεως ή μία λάμπα βολταϊκού τόξου. Από την άλλη πλευρά της φωτεινής πηγής βρίσκεται σφαιρικό κάτοπτρο, από αλουμίνιο ή γυαλί με επάλειψη… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • φωτογραφία — Φυσικοχημική μέθοδος με την οποία αποτυπώνονται μόνιμα οι εικόνες πραγματικών αντικειμένων, καθώς αυτές σχηματίζονται ως είδωλα σε ένα σκοτεινό θάλαμο. Οι εικόνες που λαμβάνονται μπορεί να είναι ασπρόμαυρες ή έγχρωμες. Σχηματικά μπορούμε να… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Συνταγματική Ιστορία — Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Σύντομη ανασκόπηση Το σύνταγμα είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου με τους οποίους ρυθμίζεται η συγκρότηση και η άσκηση της κρατικής εξουσίας. Επομένως, η συνταγματική ιστορία είναι η ιστορία της κρατικής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.